06/01/2017 - 08:43

Οι ελληνικές επιχειρήσεις και ο Σίσυφος...

Οι ελληνικές επιχειρήσεις και ο Σίσυφος...

Tου Πάνου Λώλου

Η Ελλάδα έχασε σωρευτικά μετά το 2011 περί το 25% του ΑΕΠ της κάτι που ισοδυναμεί πρακτικά με συνθήκες αντίστοιχες ενός καθεστώτος πολέμου όπου η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών μειώνεται σοβαρά, αν δεν αδρανεί πλήρως.  Έχει ορθώς υποστηριχθεί ότι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσεως που απεδείχθη τελικώς κρίση διαχείρισης, δεν θα πάψουν να υφίστανται εάν δεν υπάρξει στροφή προς ένα νέο παραγωγικό μοντέλο το οποίο θα δημιουργεί και δεν θα αναδιανέμει πλούτο.  

Δεδομένου του μικρού μεγέθους της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα στα πλαίσια της ΕΕ, και της σημαντικής αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να παράγει υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας, το βάρος για την τόνωση της οικονομίας της χώρας ασκείται στις ελληνικές επιχειρήσεις του μεταποιητικού κλάδου όπου συνεισφέρουν πέραν του 50% της ετήσιας αξίας των ελληνικών εξαγωγών.

Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις και μάλιστα όσες έχουν επιτύχει οικονομίες κλίμακας βασιζόμενες στην εξωστρέφεια τους, είχαν να αντιμετωπίσουν τα τελευταία χρόνια τρία βασικά προβλήματα με σοβαρές επιπτώσεις στην λειτουργικότητα τους.  Η έλλειψη ρευστότητας βασιζόμενη στα υπό των τραπεζών κεφάλαια κινήσεως, η πτώση της ζήτησης στην εγχώρια αγορά και η αβεβαιότητα που προέκυπτε από τις πολιτικές εξελίξεις και την αξιολόγηση της χώρας (country risk) λειτούργησαν ως τριφασική μέγγενη περιορίζοντας σημαντικά τις αναπτυξιακές δυνατότητες των εξαγωγικών μεταποιητικών επιχειρήσεων ενώ σε πολλές περιπτώσεις απείλησαν την βιωσιμότητα τους αναγκάζοντας τες να εφαρμόσουν σχέδια εκτάκτου ανάγκης.

Εξ αυτών, η κυριότερη επαχθής συνέπεια της κρίσεως παραμένει το χρηματοοικονομικό κόστος που καλούνται να καταβάλουν προς τις εγχώριες τράπεζες εφόσον βέβαια η χρηματοδότηση τους συνεχίζεται. Η έκδοση ομολογιακών δάνειων, η μεταφορά διαθεσίμων στο εξωτερικό, η εκτεταμένη χρήση σύγχρονων εργαλείων χρηματοδότησης (π.χ. factoring) ή ακόμη και η μεταφορά έδρας στο εξωτερικό μερικώς μόνο μπορεί να αντισταθμίσει το υψηλό κόστος χρήματος που επικρατεί στην χώρα μας εφόσον το ρίσκο από την παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα κρίνεται από τις αγορές ακόμη ως υψηλό και οι ελληνικές τράπεζες δεν δύνανται να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα του ESM και της ποσοτικής χαλάρωσης.

Το παράδειγμα μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων οι οποίες προέβησαν σε έκδοση ομολογιακών δανείων με κόστος της τάξεως του 8% ενώ αντίστοιχες ευρωπαϊκές ανταγωνιστικές τους επιχειρήσεις με μικρότερη δυναμική δανείζονται με κόστος της τάξεως του 1,5% πρέπει να απασχολήσει σοβαρά όλους όσους ασχολούνται με την χάραξη δημόσιας πολιτικής όπως και όσους εμπλέκονται στις χρηματοδοτήσεις πόσο μάλλον όταν  υπήρξαν και συμφωνίες πωλήσεως πάγιων περιουσιακών στοιχείων με συμβολή στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας ακριβώς λόγω  της αδυναμίας τους να καλύψουν τις ανάγκες χρηματοδότησης σε κεφάλαια κινήσεως.

Δεδομένης της πλήρης κατάρρευσης της καταναλωτικής και στεγαστικής πίστεως, οι εξαγωγικές μεταποιητικές επιχειρήσεις με διεθνή προσανατολισμό δεν μπορούν να υποβάλλονται σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας που πλήττει ευθέως την ανταγωνιστικότητα τους και μειώνει δραματικά την οποιαδήποτε κερδοφορία τους –εφόσον αυτή συνεχίζει να υφίσταται λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πλειοψηφία των εισηγμένων είναι εδώ και καιρό ζημιογόνες.

Το υψηλό κόστος χρήματος, πέραν του ότι δεν επιτρέπει των σχεδιασμό επενδύσεων με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, περιορίζει δραματικά και τα πλαίσια εντός των οποίων μπορούν να κινηθούν επιχειρήσεις με προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας ή υψηλής συνολικής αξίας λόγω πρώτων υλών (βλ. πετρελαιοειδή, μέταλλα, ορυκτά κ.α.) των οποίων η εισαγωγή εμπίπτει ούτως ή άλλως σε ποικίλες ιδιαιτερότητες.

Με μια απλή μαθηματική προσέγγιση, μια διαφορά χρηματοοικονομικού κόστους της τάξεως του 1% ενός Έλληνα και ένας Γερμανού εξαγωγέα μπορεί να μεταφραστεί κάλλιστα στο καθαρό περιθώριο κέρδους που διέπει ένα συγκεκριμένο κλάδο.  Αναλογικά, μια διαφορά της τάξεως του 3%-4% αρκεί για να καταστήσει μια επιχείρηση απολύτως μη ανταγωνιστική στο διεθνές περιβάλλον.  Αν σε όλα αυτά συνυπολογιστούν οι επισφαλείς απαιτήσεις και το κόστος διασφάλισης των απαιτήσεων, η συνολική χρηματοοικονομική επιβάρυνση των ελληνικών επιχειρήσεων παραπέμπει σε εντελώς περιφερειακές οικονομίες. 

Οι ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις με διεθνή προσανατολισμό επιδιώκουν εκ των προτέρων την διάκριση τους σε ένα εξόχως απαιτητικό περιβάλλον βασιζόμενες στο πείσμα των μετόχων και την αξία των εργαζομένων τους, συνεισφέροντας αποφασιστικά στην βιωσιμότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος το οποίο συνεχίζει να παρέχει υπηρεσίες χάρη στην ικανότητα των περισσοτέρων εξ αυτών να προσαρμόζονται και να ανταποκρίνονται σε τόσο ιδιαίτερες συνθήκες.

Αντίθετα στα αναμενόμενα όμως, προκύπτει πρωτοφανής μεροληπτική στάση όταν η δραστηριότητα είναι ακραιφνώς εγχώρια και μάλιστα υπό  συνθήκες που χρήζουν πολλαπλού ελέγχου (κανονιστικού στα πλαίσια του ανταγωνισμού για παράδειγμα)  χωρίς παράλληλα να δημιουργείται προστιθέμενη αξία.   

Η έλλειψη μέριμνας όμως για όσες επιχειρήσεις είτε αποτελούν εθνικούς πρωταθλητές αλλά και εν γένει για όσες δύνανται να συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται σε τόσο αντίξοες συνθήκες, θυμίζει το μαρτύριο του μυθικού Συσίφου ο οποίος καταδικάστηκε να κουβαλά αιώνια μια πέτρα έως την κορυφή ενός βράχου.

Ξέρουμε όμως ότι αυτό δεν αρκούσε για να σταθεροποιηθεί η πέτρα με συνέπεια την κατακρήμνιση της από την άλλη πλευρά του βράχου. Ποιος όμως μπορεί να αισθάνεται ασφαλής όταν η πέτρα πρόκειται να πέσει από ψηλά;

Ο κ. Π. Λώλος είναι ανώτερο στέλεχος επιχειρήσεων και οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι καθαρά προσωπικές

πηγή: capital.gr