19/06/2017 - 08:35

Ακούστε τους ανθρώπους του τουρισμού!

Ακούστε τους ανθρώπους του τουρισμού!

Του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου 

Η τουριστική βιομηχανία αποτελεί αναμφισβήτητα την κορυφαία "ατμομηχανή" της ελληνικής οικονομίας. Και προφανώς ποντάρονται πολλά σε μία επιτυχημένη φετινή σεζόν και στην αύξηση της συνεισφοράς στο ΑΕΠ ενός κλάδου που ήδη συμβάλει σε ποσοστό 25%. Για να συμβεί αυτό όμως θα πρέπει να εισακουστούν οι άνθρωποί του, να αντιμετωπιστούν σοβαρά τα προβλήματα...

Εκείνο που χρειάζεται είναι να υπάρξει ένα σοβαρό στρατηγικό σχέδιο για τον τουρισμό. Ο οποίος πρέπει αν αποτελέσει "αιχμή" ενός εθνικού μοντέλου ανασυγκρότησης και ανάκαμψης. Και δεν πρέπει η ανάπτυξή του αλλά και η απόδοσή του να εξαρτάται από συγκυρίες που μπορεί στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο να ευνοούν τη χώρα, αλλά που δεν παρέχουν εγγυήσεις σε βάθος χρόνου. Και ασφαλώς πάνω από όλα θα πρέπει η ελληνική τουριστική αγορά να διευρύνει ή και να υπερβεί το στοιχείο της εποχικότητας. 

Για να συμβούν αυτά όμως απαιτούνται επενδύσεις. Και για να γίνουν επενδύσεις, θα πρέπει να υπάρξουν οι προϋποθέσεις και το "περιβάλλον". Βεβαίως και παρατηρείται τον τελευταίο καιρό μία αυξημένη δραστηριότητα με σημαντικά deals εξαγορών ξενοδοχειακών μονάδων –προβληματικών λόγω χρηματοοικονομικών ελλειμμάτων και υπέρογκου δανεισμού ή μη– κυρίως σε αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα, όμως αυτό δεν επαρκεί. 

Για να εκτοξευθεί ο ελληνικός τουρισμός θα πρέπει να συνδεθεί και με άλλους τομείς της ελληνικής οικονομίας που πρέπει να αφυπνισθούν και να ενισχυθούν. Όπως για παράδειγμα ο συνεδριακός χώρος. Μπορεί ο συνεδριακός τουρισμός να παρουσιάζει αύξηση στη χώρα, όμως επί της ουσίας η Ελλάδα δεν μπορεί να φιλοξενήσει μεγάλα κορυφαία συνέδρια που απαιτούν εγκαταστάσεις για πολλές χιλιάδες συνέδρους. Και χάνει ολοσχερώς αυτή την πολύ μεγάλη αγορά, μη μπορώντας να μπει στο καλεντάρι, από πλευράς υποδομών, αυτών των συνεδρίων. Και αυτό αποτελεί ένα μόνο παράδειγμα μεταξύ πολλών άλλων...

Βεβαίως, πέρα από όλα αυτά, το μείζον πρόβλημα για την τουριστική επιχειρηματικότητα εξακολουθεί να είναι η φορολογική επιβάρυνση, ιδιαίτερα όταν θα πρέπει το προϊόν να τεθεί προς σύγκριση στην παγκόσμια αγορά με ομοειδείς προορισμούς. Η υπόθεση της φορολογίας επί της διαμονής είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ελλάδα είναι, όπως αναφέρουν οι παράγοντες της αγοράς ακριβότερη κατά 6 με 7 μονάδες, έναντι των ανταγωνιστών της. Πώς λοιπόν να υπάρξουν περιθώρια για μειώσεις τιμών και προσφορές;  

Θυμάμαι μάλιστα χαρακτηριστικά ότι ο νέος πρόεδρος του ΣΕΤΕ, ο κ. Ρέτσος, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο "Κεφάλαιο" και στο Capital.gr, είχε αναφερθεί στην επιβάρυνση που έρχεται με τον φόρο διαμονής το 2018, τονίζοντας ότι:  "Ο φόρος διαμονής, εάν εφαρμοστεί, θα επιφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος. Ήδη το θέμα αυτό προκαλεί σοβαρά προβλήματα στις διαπραγματεύσεις με τους tour operators και στην τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων". 

Η κυβέρνηση και αυτή αλλά και η επόμενη, θα πρέπει να δώσουν την κατάλληλη βαρύτητα στην υπόθεση Τουρισμός. Θα πρέπει, επαναλαμβάνουμε, να ακούσουν τους ανθρώπους της αγοράς. Δεν πρέπει να χαθεί η ευκαιρία, στον βωμό μίας αδιέξοδης φορομπηχτικής πολιτικής. Αν δεν υπάρξουν επενδύσεις, δεν θα υπάρξουν και έσοδα και απασχόληση. Τόσο απλά... Τώρα που τείνουμε πλέον να ξεφύγουμε από την εποχή του... rooms to let, τώρα θα πρέπει να ενισχυθεί το επιχειρείν στον κλάδο. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να  λυθούν βασικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα σταθερό φορολογικό πλαίσιο για νέες επενδύσεις, το χωροταξικό, να υπάρξουν τα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία, να ξεπεραστεί η γραφειοκρατία. Αλλιώς...

ΥΓ: Νομίζω ότι η κορυφαία απόδειξη φιλελεύθερου πνεύματος στην πράξη – όχι στα λόγια -, αλλά και σεβασμού προς τους αναγνώστες, αποτελεί η δυνατότητα που δίδεται από το Capital.gr αλλά και ορισμένα άλλα μέσα, για σχολιασμό των άρθρων και των ρεπορτάζ που δημοσιεύουν. Κάτι που πραγματικά προάγει τη δημοκρατία και τον διάλογο. 

Και ιδιαίτερα για το Capital.gr αυτό αποτέλεσε από την αρχή, αποτελεί και θα αποτελεί ένα  συμβόλαιο τιμής με τους αναγνώστες του. Και αποτελεί ασφαλώς ιδιαίτερη τιμή για το μέσο το γεγονός ότι επιλέγεται ως "τόπος συνάντησης" -ελπίζουμε φιλόξενος -  είτε για την ανταλλαγή απόψεων, ιδεών αλλά και πληροφοριών μέσα από την κοινότητα του Forum και των θεματικών "συζητήσεων", είτε για τον σχολιασμό της αρθρογραφίας. 

Όμως, με αφορμή ορισμένα-μεμονωμένα είναι η αλήθεια- σχόλια που κατά καιρούς εμφανίζονται κυρίως για επιχειρηματικά θέματα, οφείλω να σημειώσω ότι άλλο το σχόλιο και η κριτική, ακόμη και η σκληρή, και άλλο η απαξίωση της επαγγελματικής αξιοπρέπειας και η παράδοση μαθημάτων δημοσιογραφίας... Κυρίως όταν επιχειρείται να συνδεθεί ο τρόπος άσκησης της δημοσιογραφίας και το περιεχόμενο ενός άρθρου, με υποτιθέμενες διαφημιστικές ή άλλες επιδιώξεις που μπορεί να φαντάζεται ο σχολιαστής. 

Αναμφισβήτητα ουδείς διεκδικεί το αλάθητο, προφανώς γίνονται λάθη  και προφανώς από τη στιγμή που η δουλειά μας τίθεται στην κρίση των αναγνωστών καθημερινά, είναι πέρα για πέρα ευπρόσδεκτη η κριτική. Η οποία άλλωστε συνεκτιμάται και λαμβάνεται υπόψη στον μέγιστο βαθμό. Άλλωστε, αν δεν ήταν ευπρόσδεκτη, δεν θα δινόταν και το βήμα για να ασκηθεί. Όμως από αυτό το σημείο μέχρι του να θίγεται η επαγγελματική αξιοπρέπεια, υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση. Και προφανώς η παράδοση μαθημάτων δημοσιογραφίας –όχι απλώς κριτική επί ενός ρεπορτάζ  προϋποθέτει αντίστοιχη γνώση και εμπειρία.  

Και ας είναι γεγονός ότι η δημόσια έκθεση της δουλειάς των δημοσιογράφων την καθιστά πολύ πιο ελκυστική ή βολική, ή προσφερόμενη (ανάλογα πώς το βλέπει κανείς) για υποδείξεις, ιδιαίτερα υπό την κάλυψη της ανωνυμίας. Η αλήθεια πάντως είναι ότι όπως σε όλα τα επαγγέλματα, έτσι και στο δικό μας η ικανότητα και η αξιοσύνη κερδίζονται μέσα από μακροχρόνια εμπειρία και η αναγνώριση της δουλειάς αυτής μέσα από την κρίση του αυστηρού καθημερινού κριτή, του αναγνωστικού κοινού. Το οποίο διαθέτει πλέον πολλαπλές επιλογές για την ενημέρωσή του και προφανώς επιλέγει εκείνο το μέσο που θεωρεί αξιόπιστο. Επιτρέψτε μου αυτές τις επισημάνσεις με ιδιαίτερη εκτίμηση και απόλυτο σεβασμό στους σχολιαστές.

πηγή: capital.gr